ΕτυμολογίαΕπεξεργασία

μωρό < μεσαιωνική ελληνική μωρόν < αρχαία ελληνική μωρός=ηλίθιος

ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Βιομηχανή που διαρκώς παράγει σάλια, δυσάρεστες οσμές προερχόμενες από βιοχημικά αέρια προέλευσης κωλάντερου και διαπεραστικούς ήχους που κάνουν σκόνη ολόκληρες πολυκατοικίες. Έχει περιφερειακή όραση μυίγας με αποτέλεσμα να σκουντουφλάει συνέχεια σε παπούτσες περαστικών, έχει τον ίδιο εγκέφαλο με μια μαστουρωμένη αμοιβάδα, ενώ δεν έχει δόντια. Τα βιοαντικείμενα αυτά συνήθως τα αράζουν σε κούνιες για να το βουλώσουν (μάταια). Οι εν λόγω βιολογικές μηχανές προβάλλονται συχνά ως χρήσιμες από τα ΜΜΕ ενώ ελάχιστοι γνωρίζουν ότι πρόκειται για πλάνη. Ένας από τους ελάχιστους που το είχαν ανακαλύψει ήταν ο Ηρώδης Α΄, επονομαζόμενος και Μέγας.

  1. Νεαρή γυνή (βλ. γκόμενα) η οποία φημίζεται για τον πλούσιο εσωτερικό της κόσμο