Άνοιγμα κυρίου μενού

Φρικηπαίδεια β

Φρικηλεξικό:πέος

Καλώς ήλθατε στο Φρικηλεξικό, το γλιεξ!ικό που κανένας δεν θα έπρεπε να ανοίξει.

α ά β γ δ ε έ ζ η ή θ ι ί κ λ μ ν ξ ο ό π ρ σ τ υ ύ φ χ ψ ω ώ

Τυχαία λέξη



WikiLeksiko.png πέος, το (σπαν. ο πέος) - (ουσ.)
αντικείμενο που ομοιάζει προβοσκίδας στο εμπρόσθιο μέρος του ανδρός - χρησιμοποιείται σε λειτουργίες του αναπαραγωγικού καθώς και του πεπτικού συστήματος
ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ: Συνοδεύεται συνήθως από αντικείμενο γένους θηλυκού
ετυμ. πέος<μπέος<Αχιλλέας Μπέος - λόγω της ετυμολογίας του συνελήφθη και κρατείται

1. Μπέο, Μπέο είσαι για τον πέο! - [παρατηρήστε την χρήση του αρσενικού τύπου ο πέος]
2. Το πέος σκληραίνει. Γι' αυτό 72 κατασκευαστές πέων συνιστούν αποσκληρυντικό Cavlgon.