Φρικηλεξικό:λαφαζανιά

Αναθεώρηση ως προς 12:16, 21 Μαΐου 2015 από τον Ιασονας (συζήτηση | συνεισφορές) (Νέα σελίδα με '{{λεξικό}} ''Λαφαζανιά'' -ά (ουσ.) <Λαφαζανέυω (Κυπριακά:Λαφαζανεύκω) <τούρκικη lafazan Μπούρδας αλ...')
(διαφ.) ← Παλαιότερη αναθεώρηση | Τελευταία αναθεώρηση (διαφ.) | Νεότερη αναθεώρηση → (διαφ.)
Καλώς ήλθατε στο Φρικηλεξικό, το γλιεξ!ικό που κανένας δεν θα έπρεπε να ανοίξει.

α ά β γ δ ε έ ζ η ή θ ι ί κ λ μ ν ξ ο ό π ρ σ τ υ ύ φ χ ψ ω ώ

Τυχαία λέξη



WikiLeksiko.png

Λαφαζανιά -ά (ουσ.) <Λαφαζανέυω (Κυπριακά:Λαφαζανεύκω) <τούρκικη lafazan

Μπούρδας αλά Κυπριακά.

Μπορεί να αναφερθεί και σε πολιτικούς, όπως ο πολύ γνωστός Παναγιωτίδης Λαφαζανέως.

Παραδείγματα:

1."Πόσο λαφαζάνης είσαι ρε!"

2."Λαφαζανιές..."