Φρικηλεξικό:λεωφορείο

Αναθεώρηση ως προς 12:43, 7 Μαΐου 2017 από τον Fililost (συζήτηση | συνεισφορές) (αυτοκινούμενο όχημα με δυνατότητα μεταφοράς πολλών επιβατών (βικιλεξικό))
(διαφ.) ← Παλαιότερη αναθεώρηση | Τελευταία αναθεώρηση (διαφ.) | Νεότερη αναθεώρηση → (διαφ.)
Καλώς ήλθατε στο Φρικηλεξικό, το γλιεξ!ικό που κανένας δεν θα έπρεπε να ανοίξει.

α ά β γ δ ε έ ζ η ή θ ι ί κ λ μ ν ξ ο ό π ρ σ τ υ ύ φ χ ψ ω ώ

Τυχαία λέξη



WikiLeksiko.png λεωφορείο. το (ουδ.)
μέσο μεταφοράς με υπέρογκο κόστος για τους πολίτες, αλλά εντελώς δωρεάν για τους μετανάστες.