Καλώς ήλθατε στο Φρικηλεξικό, το γλιεξ!ικό που κανένας δεν θα έπρεπε να ανοίξει.

α ά β γ δ ε έ ζ η ή θ ι ί κ λ μ ν ξ ο ό π ρ σ τ υ ύ φ χ ψ ω ώ

Τυχαία λέξη



WikiLeksiko.png ακαφελόγιστο, το - (ουσ.) συνθ
η απόδοση της μειωμένης εγκεφαλικής δραστηριότητας στην μη πόση καφέ
σύνθετο εκ του στερητικού α + καφέ<kahve(τουρκ.) + λόγιστο<λογίζω

1. Άσε με μωρέ μαλάκα πρωί πρωί, έχω το ακαφελόγιστο ακόμα!
Slang.jpg Η σελίδα αυτή κατάφερε να μεγαλώσει πίνοντας γάλα και ζουλάροντας υλικό από το slang.gr.
Ευχαριστούμε τους διαχειριστές του slang για την άδεια που μας παραχώρησαν, αφού όμως πρώτα τους εκβιάσαμε και τους δείραμε.