έκφρασηΕπεξεργασία

1. Είμαι υπέρμετρα χαλαρός και νωχελικός.
2. (κατ' επέκταση) Είμαι αδιάφορος (για κάτι, ενίοτε εκεί πάνω απλώνουμε τ' αρχίδια μας μα δεν είναι απαραίτητο).

Μπήκα σπίτι κι άπλωσα τ' αρχίδια / άραξα στον καναπέ.

αγγλικά:
loos·​ey-goos·​ey | \ ˌlü-sē-ˈgü-sē \
Definition of loosey-goosey
notably loose or relaxed : not tense
a loosey-goosey attitude

επίρρημα (επήδημα)Επεξεργασία

  • οσχεοαπλωτικώς, οσχεοαπλωτικά

πουτσιαστικόΕπεξεργασία

  • η αρχιδάπλα

αντώνυμαΕπεξεργασία

  • έχυσα τα μυαλά μου πάνω στο ζήτημα
  • σκοτώθηκα στη μελέτη

ΠαπάρδειγμαΕπεξεργασία

- Δεν δείχνετε να ενδιαφέρεστε για την χωραφοϋπόθεση κύριε Νομικού!
- Μα τι λέτε! Θ' απλώσω τ' αρχίδια μου πάνω στο ζήτημα! Υπάρχει τίποτα πιο ιερό να εμπιστευτώ;
- Μία υπόθεση σας αναθέσαμε. Δεν ζητήσαμε να μας γαμήσετε κιόλας!
- Μα παρανοήσατε! Παρανοήσατε! Νομική έκφραση είναι.
- Α ρε χασοδίκη!!!