Καλώς ήλθατε στο Φρικηλεξικό, το γλιεξ!ικό που κανένας δεν θα έπρεπε να ανοίξει.

α ά β γ δ ε έ ζ η ή θ ι ί κ λ μ ν ξ ο ό π ρ σ τ υ ύ φ χ ψ ω ώ

Τυχαία λέξη



WikiLeksiko.png γαβάν', το - (ουσ.) συνθ.
ονομάζεται η μαλακία (βόρειες διάλεκτοι, π.χ. Χαλκιδική και Θάσος)
υπάρχει και ως ρήμα παθητικό βλ. γαβανίζομαι
αγν. ετύμ
ομόρριζα γαβανιστής, γαβανάς, γαβανιάρ'ς
παράδειγμα: του πουλύ του γαβάν' καν' του πιδί χαϊβάν'