Καλώς ήλθατε στο Φρικηλεξικό, το γλιεξ!ικό που κανένας δεν θα έπρεπε να ανοίξει.

α ά β γ δ ε έ ζ η ή θ ι ί κ λ μ ν ξ ο ό π ρ σ τ υ ύ φ χ ψ ω ώ

Τυχαία λέξη



WikiLeksiko.png

Λαφαζανιά -ά (ουσ.) <Λαφαζανέυω (Κυπριακά:Λαφαζανεύκω) <τούρκικη lafazan

Μπούρδας αλά Κυπριακά.

Μπορεί να αναφερθεί και σε πολιτικούς, όπως ο πολύ γνωστός Παναγιωτίδης Λαφαζανέως.

Παραδείγματα:

1."Πόσο λαφαζάνης είσαι ρε!"

2."Λαφαζανιές..."