Καλώς ήλθατε στο Φρικηλεξικό, το γλιεξ!ικό που κανένας δεν θα έπρεπε να ανοίξει.

α ά β γ δ ε έ ζ η ή θ ι ί κ λ μ ν ξ ο ό π ρ σ τ υ ύ φ χ ψ ω ώ

Τυχαία λέξη



WikiLeksiko.png μάνκας, ο - (ουσ.) συνθ. [κοινώς μάγκας]
Προέρχεται από την ανάμειξη δύο αγγλικών λέξεων monkey και ass (ελληνιστί μαϊμού + κώλος). Έτσι το 'ι' φεύγει για λόγους ευηχίας της Ελληνικής και το αποτέλεσμα που προκύπτει είναι μάνκας, δηλαδή ο κώλος της μαϊμούς. Όμως στην καθομιλουμένη, γίνεται μάγκας λόγω κεκτημένης ταχύτητας περιστροφής της γλώσσας.