Καλώς ήλθατε στο Φρικηλεξικό, το γλιεξ!ικό που κανένας δεν θα έπρεπε να ανοίξει.

α ά β γ δ ε έ ζ η ή θ ι ί κ λ μ ν ξ ο ό π ρ σ τ υ ύ φ χ ψ ω ώ

Τυχαία λέξη



WikiLeksiko.png

μποχλάδα, η - (ουσ.) συνθ.
συνδυασμός δύο λέξεων, μπόχα (= βρώμα, δυσωδία) και αγελάδα (= το θηλυκό βοοειδές).

Ιδιωματική έκφραση που χρησιμοποιείται συνήθως απ' τους άνδρες αλλά και από γυναίκες εφηβικής ηλικίας για να περιγράψει ένα "αγελαδινό", δηλαδή μια απεριποίητη λιπώδη γυναίκα. H χρήση της λέξης στον προφορικό και γραπτό λόγο θεωρείται κοινωνικό ταμπού και έχει χυδαία έννοια.

Αν και δεν είναι καταγεγραμμένη στο λεξικό Μπαμπινιώτη, η χρήση είναι γνωστή στην δημοτική από τις αρχές του 20ου αιώνα, ενδεχομένως και νωρίτερα.