επίθετο: περδόμεντος α, περδόμεντη θ, περδόμεντο ο

ερμήνευμα: αυτός που κλάνει μέντες, αυτός που φοβάται


Προσοχή ⚠️Επεξεργασία

να μη συγχέεται με το ουσιαστικό
περδομέντορας: ο διδάσκαλος/μέντορας κλασίματος/πέρδισης/περδοβολίας