Καλώς ήλθατε στο Φρικηλεξικό, το γλιεξ!ικό που κανένας δεν θα έπρεπε να ανοίξει.

α ά β γ δ ε έ ζ η ή θ ι ί κ λ μ ν ξ ο ό π ρ σ τ υ ύ φ χ ψ ω ώ

Τυχαία λέξη



WikiLeksiko.png

σαβουρογάμης, ο (ουσιαστικό, αρσενικού γένους). σύνθετο από:... σαβούρα (κάτι άχρηστο) - γαμώ (πηδάω)

Είναι ο τελείως, λιγούρης, χλιμίντζουρας, ανθρωποχιμπατζής. Έχει περάσει τη μαλακία, σε εντελώς άλλο επίπεδο. έχει ανεβάσει τόσο λέβελ στο "χτυποπούτσι", που πλέον δεν τον ικανοποιεί η χούφτα του. Έτσι από την απελπισία του, την πέφτει σε οτιδήποτε θηλυκό βρεθεί μπροστά του για να το πηδήξει (αλλιως παθαινει στέρηση). Όσο σαβούρα και πατσούρα να είναι καποια, αυτός θα την πηδήξει. θα τον αναγνωρίσετε, συνήθως απο τη χούφτα που θα είναι πιο μεγάλη και από τον Γκοτζίλα, καθώς και από το γλαρό (αποβλακωμένο) μάτι που τον κάνει να μοιάζει με τον γύλο (σημάδι, οτι, του έχουν καεί και τα τελευταία εγκεφαλικά κύτταρα που ΚΑΠΟΤΕ ΕΙΧΕ...)

ΡητάΕπεξεργασία

και με τα μπάζα χτίζουμε

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

γαμερπής
  1. που γαμάει ερπετά
  2. που γαμάει και έρπεται