Όντως πονάει.

χαβαλέττο < χαβαλές + -etto, με κράση κι απ' το στιλέτο


Το χαβαλέττο είναι σαμάρι με στιλέτο στη μέση, στο οποίο καθίζουμε κάποιον για διασκέδαση (την δική μας διότι το θύμα δεν καταδέχεται να πάψει να κραυγάζει και να σπαράζει ώστε να χαλαρώσει και να γελάσει... οκ χαλαρώνει με θάνατο μα αυτό αποτελεί foul).

ερμηνεύματα των ετύμωνΕπεξεργασία

  • Το στιλέτο είναι τύπος μαχαιριού, ο οποίος διαθέτει πολύ κοφτερή κορυφή και συνήθως δύο κοφτερές ακμές, το οποίο συνήθως σχεδιάζεται ως όπλο μαχαιρώματος ή κοπής.
  • χαβαλές: το σαμάρι που χρησιμεύει να φορτώνουμε κάτι διασκεδαστικό σ’ ένα υποζύγιο.
  • -etto: ιταλική κατάληξη για κάτι μικρό ή χαριτωμένο (η περίπτωση αφορά χαριτωμενιά)